Στου αιώνα το φευγιό

«...Άκουσα τον κεραυνό να πέφτεi, και πριν μια τρομερή βροντή. Άκουσα ένα κύμα να βρυχάται, να θέλει να πνίξει όλη τη γη. Άκουσα εκατό τυμπανιστές, τα τύμπανα να χτυπάνε δυνατά. Άκουσα χίλιους ανθρώπους να ψιθυρίζουν και κανείς να μην ακούει προσεκτικά. Άκουσα έναν της πείνας να πεθαίνει και πολλούς να γελάνε βροντερά. Άκουσα το τραγούδι ενός ποιητή που πέθανε σαν το σκυλί στ' αμπέλι. Άκουσα ένα παλιάτσο σε μιαν αλέα να κλαίει και κανείς να μην τον θέλει. Και μια άγρια, ναι, μια άγρια, μια άγρια, ω, άγρια, σου λέω άγρια, μια άγρια βροχή θα πέσει.»



Bob Dylan

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 21, 2010

Κάποιος μου είπε....


Πέρασε καιρός από την τελευταία φορά που συναντήθηκα με το χαρτί και το στυλό. Μιλάω για ουσιαστική συνάντηση. Οι περισσότερες συναντήσεις τους τελευταίους δύο μήνες ήταν, ας πούμε, για καφέ. Σήμερα, λοιπόν, αποφάσισα να πάω μια βόλτα, παρέα με το χαρτιά μου πάντα, και να τα πιούμε, με σκοπό να τις μεθύσω τις άτιμες τις λέξεις και να βγουν αληθινές και δίχως ενδοιασμούς. Και να που πέτυχα το σκοπό μου και ο κενός χώρος στο χαρτί όλο και λιγοστεύει και οι λέξεις τρέχουν και μπερδεύονται στο μυαλό μου. Αληθινό χάος. Όμως, ας τις βάλω σε μια σειρά. Άλλωστε μεθυσμένες είναι, ότι θέλω τις κάνω…

Κάποιος μου είπε ότι έχω αλλάξει. Κάποιος μου είπε ότι δεν γελάω πια. Κάποιος μου είπε πως η ζωή μου είναι ένα κουτί με μια μητρική και μνήμες RAM. Κάποιος μου είπε ότι έχω κατάθλιψη. Κάποιος μου είπε ότι δεν ζω. Κάποιος μου είπε ότι η ζωή είναι μικρή. Κάποιος μου είπε πως όταν θέλεις κάτι πολύ, μπορείς να το πετύχεις. Κάποιος αναρωτήθηκε τι έχω. Κάποιος με ρώτησε αν μπορεί να βοηθήσει. Κάποιος με ρώτησε αν μπορώ να τον βοηθήσω. Κάποιος με ρώτησε πώς αντέχω. Κάποιος γέλασε μ’ αυτά που είπα. Κάποιος είπε ότι ζω σε ροζ κόσμο. Κάποιος μ’ έστησε στον τοίχο κι άρχισε να πυροβολεί. Κάποιος άκουσε τις κραυγές μου κι έτρεξε να βοηθήσει μα δεν τον άφησα. Κάποιος μου είπε να σκάσω κι οι κραυγές έγιναν σιωπηλές. Κάποιος με λυπήθηκε και τον μίσησα. Κάποιος με μίσησε και τον λυπήθηκα. Κάποιος φύλαξε τα δάκρυά μου σε γυάλινο δοχείο. Κάποιος τ’ αγόρασε μισοτιμής από έναν πλανόδιο και στη μεταφορά του έσπασε. Κάποιος είπε ότι έχω αλλάξει…

Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Ρώτησα κάποιον γιατί να θλίβονται, μα απ’ τα χείλη του ήχος δεν βγήκε. Ρώτησα κάποιον γιατί να είναι μόνοι, μα έσκυψε το κεφάλι. Ρώτησα κάποιον γιατί να παίρνουν χάπια οι άνθρωποι ως υποκατάστατα της ευτυχίας, μα κάρφωσε τα μάτια στο κενό. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι μόνο να υπάρχουν, μα με κοίταξε σιωπηλός. Ρώτησα κάποιον γιατί δεν μπορούν να βρουν ησυχία όταν την έχουν ανάγκη. Ρώτησα κάποιον γιατί τόση υποκρισία. Ρώτησα κάποιον γιατί να μην μπορείς να βοηθήσεις. Ρώτησα κάποιον γιατί να αισθάνονται κι άλλοι όπως εγώ. Ρώτησα κάποιον γιατί το διαφορετικό φαντάζει γελοίο. Ρώτησα κάποιον γιατί οι άνθρωποι να έχουν αχρωματοψία, μα εκείνος έκλεισε τα μάτια του. Ρώτησα κάποιον γιατί ο κόσμος είναι τόσο σκληρός. Ρώτησα κάποιον γιατί φοβούνται να εμπιστευθούν. Ρώτησα κάποιον γιατί οι κραυγές να γίνονται σιωπηλές. Ρώτησα κάποιον γιατί να μισούν οι άνθρωποι, μα εκείνος έκλεισε τ’ αυτιά του. Ρώτησα κάποιον γιατί τα δάκρυα να μπαίνουν σε δοχεία και συνέχισα φωνάζοντας γιατί να σπάνε; Ρώτησα κάποιον γιατί να αλλάζουν οι άνθρωποι, μα απάντηση δεν πήρα. Μόνο ένα δάκρυ κύλησε κι όταν συνήλθε με συμβούλεψε να τ’ αφήσω όλα αυτά στην άκρη. Κάποιος μου είπε να γίνω φυσιολογική. Κάποιος μου είπε να σκάσω και οι κραυγές μου έγιναν σιωπηλές…

Κυριακή, Αυγούστου 08, 2010

Μεσάνυχτα



Η ώρα είναι 12. Πολύ αργά για τα δεδομένα των δικών μου, η κατάλληλη όμως ώρα για γράψιμο για μένα. Πρώτη φορά, ύστερα από χρόνια, που καταφέρνω να μείνω, βράδυ, μόνη στην αυλή. Από τότε που αγοράσαμε την κούνια, πάνε 4 ή 5 χρόνια, ήθελα να ζητήσω να μείνω έξω μια φορά, αλλά δεν τολμούσα. Καθόμουν στην κούνια που ανέφερα πριν και κοίταζα το πλατάνι και τ’ αστέρια. Αυτό που μου έλειπε ήταν η ησυχία. Ήθελα να χαζέψω το πλατάνι και να μετρήσω τ’ αστέρια, χωρίς να ακούω ομιλίες, γέλια και τ’ όνομά μου, συνεχώς. Να που έφτασε αυτή η μέρα. Κάθομαι, λοιπόν, στην κούνια μου και χαζεύω το πλατάνι. Να που όμως δεν είναι όπως παλιά.

Το θυμάμαι που ήταν φουντωτό και άπλωνε περήφανο τα κλαδιά του και η παχιά του σκιά δρόσιζε τους τυχόν περαστικούς. Τώρα, το κοιτάω και δεν είναι ίδιο. Σαν να κόντυνε λιγάκι, σαν να έχασε το ζωντανό του χρώμα. Τώρα κατάλαβα τι φταίει. Η μισή πλευρά του λείπει! Ναι, κάτι αρχίζω και θυμάμαι. Ήθελαν να φτιάξουν δρόμο και το περήφανο πλατάνι τους εμπόδιζε. Έκοψαν, λοιπόν, το μισό δέντρο. Κι έτσι, έμεινε το πλατάνι να στέκεται μοναχό του, θέλοντας να κρυφτεί αφού είχε χάσει την παλιά του αρχοντιά. Έχει γύρει προς το διπλανό φράχτη κουρασμένο και φαίνεται σαν να παρακαλάει για φωτιά ή για τσεκούρι. Τα μάτια μου δακρύζουν. Το πλατάνι δεν είναι ίδιο. Δεν μου κρατάει πια σκιά, όταν ζεσταίνομαι και δεν μ’ αφήνει να το χαζέψω. Όμως, τι να κάνουμε; Έτσι έχουν τα πράγματα.

Σηκώνω το κεφάλι μου ψηλά να μετρήσω τ’ αστέρια. Στην πόλη, θυμάμαι, τ’ αστέρια έχουν τρομάξει από τα φώτα. Σκιάχτηκαν απ’ τις μηχανές και φοβήθηκαν ότι οι ψηλοί πύργοι κινητής και ακίνητης τηλεφωνίας θα τα χτυπήσουν, έτσι όπως κοντοζυγώνουν. Τρόμαξαν, λοιπόν, τ’ αστέρια και κρύφτηκαν μέχρι να τους περάσει το τρέμουλο. Εδώ, όμως… Εδώ όλα ήταν διαφορετικά. Σήκωνα το κεφάλι στον ουρανό κι έβλεπα αμέτρητα αστέρια. Άλλα μικρά κι άλλα πιο μεγάλα. Άλλα φωτεινά κι άλλα που τρεμόπαιζε το φως τους. Όλα μαζί, όμως, ήταν αρκετά για να φωτίσουν τον μαύρο ουρανό. Μου άρεζε να κάθομαι στην κούνια και να τα μετράω. Αυτό είχα σκοπό να κάνω και τώρα, λοιπόν. Σήκωσα το κεφάλι κι άρχισα να τα μετράω. Ένα, δύο, τρία… Όμως, δεν μου έβγαιναν στο μέτρημα. Τι έγινε; Και τ’ αστέρια εξαφανίστηκαν;! Τώρα, κατάλαβα τι έχει γίνει. Τ’ αστέρια έπαψαν να ρίχνουν το φως τους για να βοηθήσουν το πλατάνι. Τώρα πια που τρεμοπαίζουν λίγα μόνο, δεν φαίνεται πολύ ότι το πλατάνι γέρασε. Μοιάζει σαν να’ ναι όπως παλιά.

Ένα κρώξιμο ακούστηκε κάπου ποιο πέρα. Κι όλο τα φύλλα θροΐζουν απ’ το αεράκι. Και κάτι σκυλιά πιο εκεί γαβγίζουν. Και κρυώνω. Και η σιωπή δεν είναι όπως παλιά. Αυτή η σιωπή με τρομάζει. Όμως, περίμενα γι’ αυτή τη σιωπή 4 ή 5 χρόνια, δεν θα φύγω τώρα. Ψάχνω τρόπους να κάνω τα πράγματα να φαίνονται λίγο πιο φιλικά, λίγο

πιο γνώριμα…

Αν κοιτάξεις μόνο τ’ αστέρια είναι λίγα. Αν κοιτάξεις μόνο το πλατάνι είναι γέρικο. Αν όμως, κοιτάξεις το πλατάνι και τ’ αστέρια και τη θάλασσα και το γρασίδι…και…και…και… Θα διαπιστώσεις πως το ένα καλύπτει την ατέλεια του άλλου. Όλα μαζί συνθέτουν μια εικόνα που θυμίζει το χθες, όσο τίποτε άλλο.

Νομίζω πως αυτή η νυχτερινή μου εξόρμηση στην αυλή κάθε άλλο παρά άχρηστη ήταν. Σήμερα το βράδυ θα κοιμηθώ πολύ καλύτερα ξέροντας πως τη νύχτα, τ’ αστέρια πληθαίνουν, το πλατάνι ξαναζωντανεύει και η σιωπή αποπνέει μια γαλήνη, όπως τότε. Θα κοιμηθώ, λοιπόν καλύτερα, ξέροντας πως τη νύχτα ζωντανεύουν οι νεκροί μου. Τι γίνεται όμως όταν ανοίξω τα μάτια μου το πρωί;

Κυριακή, Ιουνίου 27, 2010

Ζωντανή-Νεκρή


Μη μου μιλάς. Δεν σ’ ακούω. Δεν μπορώ. Έκλεισα τ’ αυτιά μου. Τα έκλεισα για να μην ακούω τίποτα. Να μην ακούω κανέναν. Μη μου μιλάς. Δεν σ’ ακούω. Συγγνώμη που δεν μπορώ να σου απαντήσω, μα μη μου κάνεις ερωτήσεις. Σου λέω δεν ακούω. Μη μου ζητάς να σε κοιτάξω. Δεν βλέπω. Δεν μπορώ. Έκλεισα τα μάτια μου. Τα έκλεισα για να μην βλέπω τίποτα. Να μην βλέπω κανέναν. Μη μου ζητάς να σε κοιτάξω. Δεν σε βλέπω. Συγγνώμη που δεν μπορώ να διαβάσω το πρόσωπό σου. Μη μου ζητάς να σου μιλήσω. Δεν μπορώ. Όχι, γιατί έκλεισα το στόμα μου. Αυτό δεν θα το κάνω ποτέ. Απλά κουράστηκα. Σήμερα μίλησα πολύ. Συγγνώμη που δεν μπορώ να σου μιλήσω. Μπορώ όμως να σ’ αγγίξω. Σε νιώθω. Κρυώνεις; Τρέμεις ολόκληρος. Κλαις; Μα γιατί; Τι μου λες; Δεν σ’ ακούω. Συγγνώμη μα δεν μπορώ να σε βοηθήσω. Λυπάμαι τόσο. Πρέπει να φύγω. Δεν σε νιώθω πια. Έκλεισα και την ψυχή μου. Σπαράζει η καρδιά μου να σε νιώθω να κλαις. Έκλεισα και το κεφάλι μου. Μα πόσα ν’ αντέξω; Όνειρα… Όνειρα … Όνειρα … Τόσα όνειρα που να χωρέσουν; Δεν μπορώ να ονειρευτώ. Συγγνώμη που δεν μπορώ να σε ονειρευτώ. Η καρδιά μου; Τι γίνεται μ’ αυτή; Ευθεία γραμμή σε μια παγωμένη οθόνη. Συγγνώμη που σκότωσα κάθε αλήθεια από μέσα μου. Είσαι ακόμα εδώ; Νιώθω τα δάχτυλά μου να παραλύουν. Το μολύβι γλιστράει απ’ το χέρι μου. Καμία επικοινωνία. Έφυγες ή μήπως έφυγα εγώ; Μα πώς να φύγω; Τα πόδια μου δεν με υπακούν. Πονάω. Ένας φριχτός πόνος, απροσδιόριστος. Τι να φταίει άραγε; Το πρησμένο μου, απ’ τα όνειρα, κεφάλι; Η απομονωμένη μου ψυχή; Ή απλά μου λείπεις; Δεν ξέρω… Έκλεισα την πόρτα και στη γνώση. Συγγνώμη που δεν μαθαίνω πια. Η ανάσα μου είναι βαριά. Με δυσκολία βγαίνει από μέσα μου. Έκλεισα την πόρτα και στη ζωή. Συγγνώμη, που δεν έζησα ποτέ. Πεθαίνω… Καιρός ήταν. Ζωντανή-νεκρή. Αυτό ήμουν. Συγγνώμη… Είσαι ακόμα εδώ; Μου μιλάς; Με κοιτάζεις; Μήπως μ’ αγγίζεις; Προσπαθείς να με βοηθήσεις; Άδικος κόπος. Δεν μπορείς. Τα παράτησα. Αφήνομαι… Σε ποιανού τα χέρια μη ρωτήσεις. Μη ρωτήσεις γιατί πρώτον δεν θα σ’ ακούσω και δεύτερον δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Συγγνώμη που δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Μα πώς να ζήσω έτσι όπως κατάντησα. Κουφή, τυφλή, άλαλη, αναίσθητη, χωρίς όνειρα, χωρίς καρδιά, χωρίς μυαλό, παράλυτη. Μια ζωντανή-νεκρή. Είσαι εδώ; Μ’ ακούς; Είναι πια πολύ αργά. Είμαι τόσο κουρασμένη. Ψιθυρίζω μια τελευταία λέξη. Αν μ’ ακούς, κράτα μόνο αυτή: «Συγγνώμη…» Δεν σ’ ακούω. Έκλεισα τα μάτια μου…

Πέμπτη, Ιουνίου 03, 2010

Ξεχρεώνω Τις Οφειλές Μου

Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα. Ο ήλιος λίγο πιο πάνω απ’ τον λόφο, ετοιμαζόταν να δύσει. Είχε ψύχρα, όμως καθόμασταν στην παραλία και οι ακτίνες του ήλιου μας ζέσταιναν ευχάριστα. Απ’ το μεσημέρι ήμασταν εκεί. Είχαμε πάρει τις μπύρες αγκαλιά και συζητούσαμε. Καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ έναν βράχο και τα πόδια σταυρωμένα. Εγώ ήμουν ξαπλωμένη, με το κεφάλι μου στο γόνατό του. Είχαμε γελάσει πολύ εκείνη την ημέρα. Είχαμε κέφια, βοήθησε λίγο και η μπύρα.

Πάνω σε μια τέτοια στιγμή, λοιπόν, αμέσως μετά από μια κρίση γέλιου τον είδα να σοβαρεύει. Κοίταζε τη θάλασσα και το βλέμμα του έμοιαζε να τη διαπερνάει. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν; Και τι δεν θα’ δινα για να είμαι κάτι τέτοιες στιγμές κάπου εκεί στην άκρη του μυαλού του. Με κοίταξε στα μάτια μ’ ένα βλέμμα τόσο διαπεραστικό που με ανάγκασε να γυρίσω το κεφάλι μου απ’ την άλλη. Τότε ακούστηκε η φωνή του, ασυνήθιστα σοβαρή, να με ρωτάει γεμάτη απορία:

«Γιατί;»

«Τι εννοείς;» κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε, όμως δεν μπόρεσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους. Ωστόσο, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Πάντα ήταν υπερβολικά υπομονετικός μαζί μου.

«Γιατί γράφεις;»

Κατάλαβα ότι αυτό ήταν η αρχή μιας πολύ σοβαρής συζήτησης, όμως δεν είχα καμία διάθεση. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, όμως. Έπρεπε να του απαντήσω. Σηκώθηκα, λοιπόν, ενώ ταυτόχρονα έψαχνα πυρετωδώς για μια απάντηση. Δεν μου ερχόταν τίποτα στο μυαλό. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Γιατί γράφω; Ήπια μια γουλιά μπύρα στην προσπάθειά μου να κερδίσω χρόνο, ενώ έψαχνα. Άνοιξα το στόμα μου να μιλήσω, όμως δεν είχα τι να πω. Έτσι ήπια λίγη μπύρα ακόμη.

«Γιατί πρέπει» είπα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό και περίμενα μια πραγματικά περίπλοκη απάντηση. Όμως δεν έκανε τίποτα. Γύρισε το κεφάλι του προς τη θάλασσα και κοιτούσε και πάλι το άπειρο. Κι εγώ έμεινα να τον κοιτάζω, χωρίς να μπορώ να συνειδητοποιήσω αυτό που μόλις είχε κάνει. Ήμουν σίγουρη πως η απάντηση δεν τον είχε ικανοποιήσει, αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Τον κοίταζα σαστισμένη. Γύρισε το κεφάλι του, μου χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο και άρχισε να παίζει με την άμμο. Χαλάρωσα κι εγώ και ξάπλωσα πάλι στα πόδια του.

Σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά την τελευταία μας αυτή συζήτηση αν με ρωτούσε γιατί έγραψα αυτό το κείμενο, η απάντηση μου θα ήταν: «επειδή μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση που μου είχες κάνει». Ίσως αν είχα τότε την απάντηση, πολλά πράγματα να είχαν αλλάξει. Ίσως να με κορόιδευε όταν την άκουγε, χωρίς ίχνος κακίας βέβαια, μ’ εκείνο το γλυκό χαμόγελο και το παιχνίδισμα στα μάτια – κάτι μάτια που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Ίσως απογοητευόταν γιατί δεν θα ικανοποιούσε το αχαλίνωτο πάθος του για γνώση. Ίσως και να μην έκανε τίποτα, όπως εκείνο το απόγευμα. Όποια κι αν ήταν η αντίδρασή του πάντως, θα είχε ακούσει την αλήθεια.

«Γράφω, όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί το θέλω και το χρειάζομαι. Το χρειάζομαι τώρα πιο πολύ από ποτέ.»

Σήμερα, λοιπόν, ενάμιση χρόνο μετά ίσως να μην ξαναέγραφα ποτέ, αν ήταν εδώ. Γιατί τότε απλά έπρεπε να το κάνω, τώρα όμως του το χρωστάω…

Δευτέρα, Μαΐου 10, 2010

Στον Οδυσσέα...


Οδυσσέα μου, πού είσαι? Πού χάθηκες? Σε ποιό λιμάνι έχεις αράξει τώρα? Φεύγοντας, Οδυσσέα, σου’ χα πει να μου γράφεις… Να μου λες για τα ταξίδια σου και για τις Ιθάκες σου. Ποιός ξέρει σε ποια απομακρυσμένη ακτή βρίσκεσαι και δεν μπορείς να μου μιλήσεις, ξελογιασμένος απ’ τις παράξενες ομορφιές ενός καινούριου κόσμου… Κακία, Οδυσσέα μου? Όχι… Δεν σου κρατώ κακία, ούτε σου θυμώνω. Μονάχα λίγο απογοητευμένη είμαι. Λίγο πληγωμένη. Αλλά θα μου περάσει… Εσύ κοίτα να περνάς καλά και μην σταματήσεις την αναζήτησή σου. Όσο για μένα, είπαμε… Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Βλέπεις, εσύ έχεις γερό σκαρί που αντέχει στις φουρτούνες, αλλά το δικό μου αντέχει ακόμα και μισοβουλιαγμένο… Πρέπει να ξέρεις, όμως, Οδυσσέα ότι όταν αυτή η Ιθάκη σε απογοητεύσει και με γυρέψεις, δεν θα με βρεις… Θα’ χω αλλάξει διεύθυνση, τόπο κατοικίας και όνομα… Γι’ αυτό μην μπεις στον κόπο να με ψάξεις. Δεν θα με βρεις. Κι αν ποτέ, Οδυσσέα μου, ύστερα από χρόνια με θυμηθείς και θελήσεις να μάθεις τι κάνω, μην μπεις στον κόπο να ρωτήσεις… Μια επιπόλαια σκέψη θα’ ναι και να σου φύγει αμέσως απ’ το μυαλό. Να στρέψεις πάλι την προσοχή σου στην Ιθάκη σου. Από σήμερα, λοιπόν, αλλάζω όνομα κι εσύ Οδυσσέα παύεις να υπάρχεις… Μη νομίζεις ότι το κάνω με ευκολία… Πονάει. Αλλά πρέπει… Για το καλό μου. Να προσέχεις…Αντίο, Οδυσσέα…

Τετάρτη, Μαΐου 05, 2010

Αντίο


Σκόνη αφήνουν πίσω τους και τίποτα άλλο. Σκόνη αφήνουν και φοβάμαι. Εγκληματίες με μαύρα κουστούμια που δεν ντρέπονται να σε κοιτάξουν στα μάτια, ενώ έχουν ακόμα στις τσέπες τους τα κλοπιμαία. Αυτοί οι άνθρωποι με τα μαύρα κουστούμια αναμιγνύονται με εμάς, τους απλούς ανθρώπους. Τους προδίδουν όμως, πρώτα απ’ όλα, τα κουστούμια τους κι ύστερα η σκόνη…Βρίσκεται πάνω στα κουστούμια τους και πλανάται στον αέρα. Στέκονται δίπλα σου, δίπλα μου. Είναι παντού. Μας έχουν περικυκλώσει κι είναι όλοι ίδιοι. Φέρνουν μαζί τους σκόνη. Σκόνη, σκόνη, σκόνη…Εγώ όμως είμαι αλλεργική στη σκόνη. Σας χαιρετώ λοιπόν όλους εσάς με τα μαύρα κουστούμια και καλόν ύπνο σ’ αυτούς που μένουν πίσω. Εγώ φεύγω…

Τετάρτη, Απριλίου 14, 2010

Στον Οδυσσέα...



Εκεί σε μια απ’ αυτές τις σκοτεινές και ανταριασμένες θάλασσες, ταξιδεύει ο Οδυσσέας, ο φίλος μου. Αναζητά την Ιθάκη του κι αυτός, όπως και όλοι μας, εδώ και χρόνια. Ταξιδεύει. Οφείλω να ομολογήσω ότι έχει γερό σκαρί. Έχει αντέξει σε φουρτούνες και έχει σταθεί αντιμέτωπος με τα ψηλότερα κύματα. Τα βλέπει να έρχονται καταπάνω του, να τον καταπίνουν κι ύστερα να τον ξερνάνε από Ιθάκη σε Ιθάκη. Όταν, όμως, ο ουρανός παύει να είναι ανταριασμένος το ταξίδι του είναι απλά μαγευτικό. Η θάλασσα ήσυχη, γαλήνια, επίπεδη σχεδόν, τον οδηγεί αργά και σταθερά σε ακόμα μία Ιθάκη. Πάλι σύννεφα βλέπω στον ορίζοντα. Φύγε, Οδυσσέα, φύγε! Αυτή η Ιθάκη δεν είναι αντάξια των προσδοκιών σου. Κάποια άλλη ίσως…Φύγε όσο είναι καιρός. Φύγε πριν ξεσπάσει η καταιγίδα. Κοίτα! Εκεί στο βάθος…Αυτός εκεί είναι ο προορισμός σου. Βλέπεις; Εκεί που ενώνεται η θάλασσα με τον ουρανό. Εκεί θέλεις να φτάσεις. Εκεί θα βρεις την Ιθάκη σου. Μέχρι να φτάσεις, όμως, θα περάσει καιρός. Πρέπει να’ χεις υπομονή, Οδυσσέα. Θα αράξεις σε πολλά λιμάνια. Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος. Μπορείς, βέβαια, να μην σαλπάρεις. Να ρίξεις άγκυρα σε μια οποιαδήποτε Ιθάκη και να μείνεις εκεί. Δική σου είναι η επιλογή. Ότι και να αποφασίσεις, εγώ θα σε στηρίξω, Οδυσσέα. Να ξέρεις, όμως, πως θα σου λείψει η θάλασσα και ο ανταριασμένος ουρανός, τα κύματα και ο αέρας που λυσσομανάει. Θα σου λείψει και το σκαρί σου, που θα το’ χεις παρατημένο. Να ξέρεις πως, το σκαρί σου, δεν αξίζει ένα οποιοδήποτε λιμάνι. Αξίζει μια Ιθάκη…Φεύγεις; Χαίρομαι, φίλε μου. Καλό ταξίδι, Οδυσσέα. Να μου γράφεις πού και πού και να μου λες για τις θάλασσες που ταξιδεύεις, τις φουρτούνες που περνάς και, το κυριότερο, να μου λες για τις Ιθάκες που συναντάς…Καλό σου ταξίδι, Οδυσσέα. Εύχομαι να’ ναι όμορφο και με όσο το δυνατό λιγότερες φουρτούνες…