Στου αιώνα το φευγιό

«...Άκουσα τον κεραυνό να πέφτεi, και πριν μια τρομερή βροντή. Άκουσα ένα κύμα να βρυχάται, να θέλει να πνίξει όλη τη γη. Άκουσα εκατό τυμπανιστές, τα τύμπανα να χτυπάνε δυνατά. Άκουσα χίλιους ανθρώπους να ψιθυρίζουν και κανείς να μην ακούει προσεκτικά. Άκουσα έναν της πείνας να πεθαίνει και πολλούς να γελάνε βροντερά. Άκουσα το τραγούδι ενός ποιητή που πέθανε σαν το σκυλί στ' αμπέλι. Άκουσα ένα παλιάτσο σε μιαν αλέα να κλαίει και κανείς να μην τον θέλει. Και μια άγρια, ναι, μια άγρια, μια άγρια, ω, άγρια, σου λέω άγρια, μια άγρια βροχή θα πέσει.»



Bob Dylan

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποχαιρετισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αποχαιρετισμοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, Ιουνίου 03, 2010

Ξεχρεώνω Τις Οφειλές Μου

Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα. Ο ήλιος λίγο πιο πάνω απ’ τον λόφο, ετοιμαζόταν να δύσει. Είχε ψύχρα, όμως καθόμασταν στην παραλία και οι ακτίνες του ήλιου μας ζέσταιναν ευχάριστα. Απ’ το μεσημέρι ήμασταν εκεί. Είχαμε πάρει τις μπύρες αγκαλιά και συζητούσαμε. Καθόταν με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ έναν βράχο και τα πόδια σταυρωμένα. Εγώ ήμουν ξαπλωμένη, με το κεφάλι μου στο γόνατό του. Είχαμε γελάσει πολύ εκείνη την ημέρα. Είχαμε κέφια, βοήθησε λίγο και η μπύρα.

Πάνω σε μια τέτοια στιγμή, λοιπόν, αμέσως μετά από μια κρίση γέλιου τον είδα να σοβαρεύει. Κοίταζε τη θάλασσα και το βλέμμα του έμοιαζε να τη διαπερνάει. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν; Και τι δεν θα’ δινα για να είμαι κάτι τέτοιες στιγμές κάπου εκεί στην άκρη του μυαλού του. Με κοίταξε στα μάτια μ’ ένα βλέμμα τόσο διαπεραστικό που με ανάγκασε να γυρίσω το κεφάλι μου απ’ την άλλη. Τότε ακούστηκε η φωνή του, ασυνήθιστα σοβαρή, να με ρωτάει γεμάτη απορία:

«Γιατί;»

«Τι εννοείς;» κατάλαβα αμέσως τι εννοούσε, όμως δεν μπόρεσα να ελέγξω τον εαυτό μου. Οι λέξεις βγήκαν από μόνες τους. Ωστόσο, δεν έχασε την ψυχραιμία του. Πάντα ήταν υπερβολικά υπομονετικός μαζί μου.

«Γιατί γράφεις;»

Κατάλαβα ότι αυτό ήταν η αρχή μιας πολύ σοβαρής συζήτησης, όμως δεν είχα καμία διάθεση. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, όμως. Έπρεπε να του απαντήσω. Σηκώθηκα, λοιπόν, ενώ ταυτόχρονα έψαχνα πυρετωδώς για μια απάντηση. Δεν μου ερχόταν τίποτα στο μυαλό. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ. Γιατί γράφω; Ήπια μια γουλιά μπύρα στην προσπάθειά μου να κερδίσω χρόνο, ενώ έψαχνα. Άνοιξα το στόμα μου να μιλήσω, όμως δεν είχα τι να πω. Έτσι ήπια λίγη μπύρα ακόμη.

«Γιατί πρέπει» είπα το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό και περίμενα μια πραγματικά περίπλοκη απάντηση. Όμως δεν έκανε τίποτα. Γύρισε το κεφάλι του προς τη θάλασσα και κοιτούσε και πάλι το άπειρο. Κι εγώ έμεινα να τον κοιτάζω, χωρίς να μπορώ να συνειδητοποιήσω αυτό που μόλις είχε κάνει. Ήμουν σίγουρη πως η απάντηση δεν τον είχε ικανοποιήσει, αλλά δεν είπε τίποτα άλλο. Τον κοίταζα σαστισμένη. Γύρισε το κεφάλι του, μου χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο και άρχισε να παίζει με την άμμο. Χαλάρωσα κι εγώ και ξάπλωσα πάλι στα πόδια του.

Σήμερα, ενάμιση χρόνο μετά την τελευταία μας αυτή συζήτηση αν με ρωτούσε γιατί έγραψα αυτό το κείμενο, η απάντηση μου θα ήταν: «επειδή μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση που μου είχες κάνει». Ίσως αν είχα τότε την απάντηση, πολλά πράγματα να είχαν αλλάξει. Ίσως να με κορόιδευε όταν την άκουγε, χωρίς ίχνος κακίας βέβαια, μ’ εκείνο το γλυκό χαμόγελο και το παιχνίδισμα στα μάτια – κάτι μάτια που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ. Ίσως απογοητευόταν γιατί δεν θα ικανοποιούσε το αχαλίνωτο πάθος του για γνώση. Ίσως και να μην έκανε τίποτα, όπως εκείνο το απόγευμα. Όποια κι αν ήταν η αντίδρασή του πάντως, θα είχε ακούσει την αλήθεια.

«Γράφω, όχι γιατί πρέπει, αλλά γιατί το θέλω και το χρειάζομαι. Το χρειάζομαι τώρα πιο πολύ από ποτέ.»

Σήμερα, λοιπόν, ενάμιση χρόνο μετά ίσως να μην ξαναέγραφα ποτέ, αν ήταν εδώ. Γιατί τότε απλά έπρεπε να το κάνω, τώρα όμως του το χρωστάω…

Δευτέρα, Μαΐου 10, 2010

Στον Οδυσσέα...


Οδυσσέα μου, πού είσαι? Πού χάθηκες? Σε ποιό λιμάνι έχεις αράξει τώρα? Φεύγοντας, Οδυσσέα, σου’ χα πει να μου γράφεις… Να μου λες για τα ταξίδια σου και για τις Ιθάκες σου. Ποιός ξέρει σε ποια απομακρυσμένη ακτή βρίσκεσαι και δεν μπορείς να μου μιλήσεις, ξελογιασμένος απ’ τις παράξενες ομορφιές ενός καινούριου κόσμου… Κακία, Οδυσσέα μου? Όχι… Δεν σου κρατώ κακία, ούτε σου θυμώνω. Μονάχα λίγο απογοητευμένη είμαι. Λίγο πληγωμένη. Αλλά θα μου περάσει… Εσύ κοίτα να περνάς καλά και μην σταματήσεις την αναζήτησή σου. Όσο για μένα, είπαμε… Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Βλέπεις, εσύ έχεις γερό σκαρί που αντέχει στις φουρτούνες, αλλά το δικό μου αντέχει ακόμα και μισοβουλιαγμένο… Πρέπει να ξέρεις, όμως, Οδυσσέα ότι όταν αυτή η Ιθάκη σε απογοητεύσει και με γυρέψεις, δεν θα με βρεις… Θα’ χω αλλάξει διεύθυνση, τόπο κατοικίας και όνομα… Γι’ αυτό μην μπεις στον κόπο να με ψάξεις. Δεν θα με βρεις. Κι αν ποτέ, Οδυσσέα μου, ύστερα από χρόνια με θυμηθείς και θελήσεις να μάθεις τι κάνω, μην μπεις στον κόπο να ρωτήσεις… Μια επιπόλαια σκέψη θα’ ναι και να σου φύγει αμέσως απ’ το μυαλό. Να στρέψεις πάλι την προσοχή σου στην Ιθάκη σου. Από σήμερα, λοιπόν, αλλάζω όνομα κι εσύ Οδυσσέα παύεις να υπάρχεις… Μη νομίζεις ότι το κάνω με ευκολία… Πονάει. Αλλά πρέπει… Για το καλό μου. Να προσέχεις…Αντίο, Οδυσσέα…